Σε ένα στενό κύκλο μυημένων φωτογράφων που γνώριζαν την ύπαρξή της, ήταν γνωστή απλά ως "η μεξικάνικη βαλίτσα". Στο δε πάνθεον των χαμένων σύγχρονων πολιτιστικών θησαυρών, περιβλήθηκε από την ίδια μυθική αύρα όπως και τα πρόωρα χειρόγραφα του Hemingway που χάθηκαν σε ένα σιδηροδρομικό σταθμό το 1922.Η βαλίτσα, στην πραγματικότητα τρεις μικρές χάρτινες βαλίτσες, περιείχαν χιλιάδες αρνητικά φωτογραφιών του Robert Capa, ενός από τους πρωτοπόρους του σύγχρονου πολεμικού φωτορεπορτάζ, που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια του Ισπανικού εμφυλίου πολέμου.
Ο Robert Capa, αναγκάστηκε να φύγει βιαστικά το 1939 για την Αμερική, αφήνοντας πίσω στο Παρίσι το πολύτιμο περιεχόμενο του σκοτεινού του θαλάμου. Μέχρι και τον θάνατό του το 1954 σε μια αποστολή στο Βιετνάμ, πίστευε ότι τα αρνητικά του είχαν χαθεί κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Οι φήμες για την ύπαρξη των αρνητικών άρχισαν να κυκλοφορούν από το 1995 και πράγματι μετά περίπου από μισό αιώνα και μια μεγάλη περιπέτεια, από το Παρίσι στη Μασσαλία και μετά στα χέρια ενός Μεξικάνου διπλωμάτη, έναν μήνα πριν, έκαναν το τελευταίο τους ταξίδι από το Mexico City για το International Center of Photography στο Manhattan, που ίδρυσε ο αδελφός του Robert Capa, Cornell.Ο Brian Wallis, διευθυντής του Κέντρου θεωρεί ότι είναι η κορυφαία στιγμή του έργου του Capa και επισημαίνει ότι μεταξύ των αρνητικών βρέθηκαν και φωτογραφίες άλλων περίφημων φωτογράφων του ισπανικού εμφυλίου, όπως της Gerda Taro, ερωμένης του Capa, αλλά και του David Seymour, που με τον Capa ήταν οι ιδρυτές του σημαντικού φωτο-πρακτορείου Magnum.
«Ο Capa καθόρισε τον τρόπο και το περιεχόμενο του πολεμικού φωτορεπορτάζ. Ο φωτογράφος παύει να είναι απλός παρατηρητής και εισέρχεται στη μάχη, για να την αποτυπώσει από κοντά. Κάθε άλλο είδος πολεμικής φωτογραφίας μοιάζει -μετά τον Capa - στημένο και μη ρεαλιστικό. Αυτή η οπτική επανάσταση, που εγκαινίασε ο Robert Capa, συνέβη ακριβώς εδώ, στις πρώιμες αυτές φωτογραφίες του», καταλήγει ο κ. Wallis.
Πρόκειται για το έργο του ιστορικού φωτογράφου σε μια περίοδο καμπής της ζωής του, κατά την οποία αποσκοπούσε να φέρει τον πόλεμο κοντά στο κοινό. Συνήθιζε ο ίδιος να λέει ότι «αν οι φωτογραφίες σου δεν είναι αρκετά καλές, τότε δεν είσαι αρκετά κοντά». Αυτό εξηγεί και την τόλμη του στο πεδίο της μάχης που εξέπληττε ακόμα και τους βετεράνους στρατιώτες. Ο Capa εδραίωσε την εικόνα του πολεμικού φωτορεπόρτερ ανταποκριτή, με το τσιγάρο στα χείλη και τις φωτογραφικές μηχανές κρεμασμένες στον ώμο.
Η ανακάλυψη των αρνητικών τάραξε τον κόσμο της φωτογραφίας για έναν ακόμα λόγο. Πιστεύουν ότι θα λυθεί το μυστήριο που αφορά την πιο διάσημη φωτογραφία του, "Ο Στρατιώτης που Πέφτει" ("Falling Soldier"), για το αν δηλαδή υπήρξε σκηνοθετημένη ή αποτύπωνε ένα πραγματικό γεγονός.
"Ο Στρατιώτης που Πέφτει"
Η φωτογραφία δείχνει έναν στρατιώτη, οι ιστορικοί αναγνωρίζουν στο πρόσωπό του τον Federico Borrell García που από μικρός εντάχθηκε στο πλευρό της Iberian Federation of Libertarian Youth που μαχόταν εναντίων του δικτάτορα Φράνκο κατά τον Ισπανικό εμφύλιο, να πέφτει προς τα πίσω, τη στιγμή που δέχεται μια σφαίρα σε μια βουνοπλαγιά κοντά στην Cordoba το 1936 και δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο γαλλικό περιοδικό “Vu”, προκαλώντας μεγάλη αίσθηση, ενισχύοντας με αυτό τον τρόπο τη λαϊκή υποστήριξη προς τη δημοκρατική κυβέρνηση.
Αν και ο Richard Whelan, βιογράφος του Capa κατέθεσε πειστικά στοιχεία που αποδεικνύουν την αυθεντικότητα της σκηνής, οι υπόνοιες παραμένουν καθώς ο Capa και η Taro ποτέ δεν δήλωσαν αποστασιοποιημένοι παρατηρητές καθώς υποστήριζαν τους δημοκρατικούς που συνήθιζαν να σκηνοθετούν σκηνές μάχης, μια κοινή πρακτική για την τότε εποχή. Η φωτογραφία αμφισβητήθηκε όταν βρέθηκε μια άλλη να απεικονίζει έναν άλλο νεκρό στρατιώτη στο ίδιο σημείο. Στη συνέχεια ήρθε μια ακόμα φωτογραφία να μπερδέψει ακόμα περισσότερο τα πράγματα, αφού απεικονίζει τους δυο νεκρούς στρατιώτες (ο πρώτος και ο τρίτος από τα αριστερά) να πανηγυρίζουν μαζί με κάποιους άλλους. Τα αρνητικά που βρέθηκαν και η σειρά τους θα μπορούσε να διαλύσει για πάντα αυτές τις αμφιβολίες.

Από όσα γνωρίζουμε, φεύγοντας βιαστικά από το Παρίσι λίγο πριν από τη γερμανική εισβολή στη Γαλλία, ο Capa ζήτησε από τον έμπιστο βοηθό του, τον Ούγγρο φωτογράφο Imre Weisz, να διασώσει τα αρνητικά του. Ο Weisz ακολουθώντας τις εντολές του δασκάλου του, πριν συλληφθεί και σταλεί σε στρατόπεδο στο Αλγέρι, παρέδωσε τις μικρές βαλίτσες στον Μεξικανό στρατηγό Francisco Aguilar Gonzalez που τότε υπηρετούσε ως πρόξενος στη Μασσαλία. Τις τρεις μικρές βαλίτσες με κάποιο τρόπο τις μετέφερε στο Μεξικό και στη συνέχεια μετά το θάνατό του το 1967, έφτασαν στα χέρια ενός Μεξικανού κινηματογραφιστή και ανιψιό του στρατηγού. Ήταν αυτός που το 1995 έγραψε μια επιστολή στον καθηγητή ιστορίας της Τέχνης του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, Jerald R. Green, όπου του ανέφερε για τις τρεις μικρές χαρτονένιες βαλίτσες, με τα παλιά αρνητικά, που είχαν περιέλθει στην κατοχή του. Από εκεί ξεκίνησαν οι συζητήσεις και αφού βεβαιωθήκαν ότι επρόκειτο για τα εν λόγω αρνητικά, πήραν το δρόμο της επιστροφής τους αφού ήταν μια συλλογική απόφαση της οικογένειας Aguilar Gonzalez.
Robert Capa (1913-1954)
Ο Robert Capa ήταν κατά γενική ομολογία ο φωτογράφος των πολέμων του 20ου αιώνα, αφού κάλυψε πέντε διαφορετικούς πολέμους: τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο, τον δεύτερο πόλεμο μεταξύ Κινέζων και Ιαπώνων, τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο σε όλη την Ευρώπη, τον Αραβο-Ισραηλινό πόλεμο του 1948, και τον πρώτο πόλεμο της Ινδοκίνας.

Γεννήθηκε στην Βουδαπέστη στις 22 Οκτωβρίου του 1913 και το πραγματικό του όνομα ήταν Endre Erno Friedmann. Εγκατέλειψε τη χώρα το 1932 μετά από τη συμμετοχή του σε επεισόδια ενάντια της κυβέρνησης, σπουδάζει πολιτικές επιστήμες στο Βερολίνο ενώ παράλληλα η ενασχόλησή του με τη φωτογραφία στην εργασία του, τον έκανε να αγαπήσει την τέχνη. Το 1933 λόγω της ανόδου του ναζισμού (ήταν Εβραίος) καταφεύγει στο Παρίσι. Δυσκολεύεται να βρει δουλειά και υιοθετεί το όνομα Robert Capa, θεωρώντας ότι το όνομα ήταν αναγνωρίσιμο και ηχούσε Αμερικάνικο, αν και "capa" στα ουγγρικά σημαίνει καρχαρίας. Με την σύντροφό του Gerda Taro, για να αντιμετωπίσουν την άσχημη οικονομική τους κατάσταση, αποφασίζουν να πουλάνε τις φωτογραφίες του Capa ως έργα ενός μεγάλου άγνωστου καλλιτέχνη.
Από το 1936 έως το 1939, μέχρι και την πτώση των φασιστικών δυνάμεων του Φράκο, βρίσκεται τον περισσότερο χρόνο στην Ισπανία όπου φωτογραφίζει τη φρίκη του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου. Το 1936 γίνεται γνωστός σε όλο τον κόσμο με τη φωτογραφία του στρατιώτη που πέφτει νεκρός και ξεκινά η διαμάχη για την αυθεντικότητά της. Το 1937 η σύντροφός του Gerda Taro σκοτώνεται από ένα τανκ και τότε ταξιδεύει στη Κίνα όπου για έξη μήνες καταγράφει τον πόλεμο μεταξύ Κίνας και Ιαπωνίας.
Ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος τον βρίσκει στην Αμερική αφού φεύγει βιαστικά από το Παρίσι για να αποφύγει τις ναζιστικές διώξεις, εργάζεται αρχικά για το περιοδικό Collier’s Weekly και στη συνέχεια στο Life. Το 1940 καλύπτει τις ταραχώδες εκλογές του Μεξικού και το 1943 φωτογραφίζει τον βομβαρδισμό των ταχυδρομείων της Νάπολης και ακολουθεί τις συμμαχικές δυνάμεις φωτογραφίζοντας και καταγράφοντας τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η πιο διάσημη δουλειά του είναι οι 106 φωτογραφίες που πήρε στις 6 Ιουνίου του 1944 στην απόβαση της Νορμανδίας. Οπλισμένος με δυο Contax II των 50mm και πολλά ρολά φιλμ, συμμετείχε στο δεύτερο κύμα επίθεσης μαζί με τους βετεράνους στρατιώτες στην ακτή Omaha. Δυστυχώς όμως ένα τραγικό λάθος κατά την εμφάνιση στο σκοτεινό θάλαμο του εργαστηρίου κατάστρεψε τα αρνητικά με αποτέλεσμα να διασωθούν μόνο έντεκα. Υπεύθυνος για τις εκτυπώσεις και το λάθος ήταν ο Larry Burrows, που στη συνέχεια έγινε διάσημος φωτογράφος και τελικά σκοτώθηκε κατά την πτώση του ελικοπτέρου που τον μετέφερε, το 1971 στον πόλεμο του Βιετνάμ.
Το περιοδικό Life τύπωσε 10 από τις φωτογραφίες στις 19 Ιουνίου του 1944 περιγράφοντάς τες σαν «Ελαφρώς εκτός εστιακού κέντρου» («Slightly Out of Focus»), εξηγώντας ότι τα χέρια του Capa έτρεμαν από τον ενθουσιασμό της στιγμής. Ο Capa το αρνήθηκε αλλά χρησιμοποίησε αυτή τη φράση ως τίτλο για την αυτοβιογραφία του, που ξεκινά εύθυμη για να καταλήξει λυπημένη κάνοντας τον απολογισμό των πολέμων που έζησε.Το 1945 πέφτει με αλεξίπτωτο μαζί με τους Αμερικάνους στη Γερμανία για να γίνει μάρτυρας του τέλους του πολέμου.
Το 1947 δημιουργεί το πρακτορείο Magnum, μαζί με τους Henri Cartier-Bresson, David Seymour και George Rodger. Το 1951 γίνεται πρόεδρος του πρακτορείου και έτσι βρίσκει την ευκαιρία να ταξιδέψει σε όλη την Ευρώπη κάνοντας μια πλούσια ζωή.
Το 1948 ταξιδεύει με το φίλο του και συγγραφέα John Steinbeck στην Σοβιετική Ένωση και φωτογραφίζει τη Moscow, Kiev, Tbilisi, Batumi και μεταξύ άλλων τις καταστροφές στο Stalingrad.
Στις αρχές του 1950, ο Capa ταξιδεύει στην Ιαπωνία φωτογραφίζοντας για το πρακτορείο Magnum, όταν το περιοδικό Life του προτείνει να πάει στη Νοτιοανατολική Ασία όπου οι Γάλλοι εξακολουθούν να πολεμούν ήδη οκτώ χρόνια στον πρώτο πόλεμο της Ινδοκίνας. Παρ’ ότι είχε ορκιστεί να μην φωτογραφίσει άλλο πόλεμο, ο Capa δέχεται.
Στις 25 Μαΐου του 1954, στις 2:55 μ.μ. περνώντας από μια επικίνδυνη περιοχή, εγκαταλείπει την ομάδα των Γάλλων στρατιωτών για να πάρει μερικές φωτογραφίες. Πέντε λεπτά αργότερα ακούστηκε μια δυνατή έκρηξη. Ο Capa είχε πατήσει μια νάρκη ξηράς. Τον βρήκαν ζωντανό με το πόδι του διαλυμένο και με μια σοβαρή πληγή στο στήθος. Όταν τον πήγαν στο κοντινό νοσοκομείο εκστρατείας ήταν ήδη νεκρός. Είχε πεθάνει με την φωτογραφική μηχανή στο χέρι. "Le photographe est mort", ο φωτογράφος είναι νεκρός, είπε μετά το θάνατό του ο βιετναμέζος υπολοχαγός.
Ο βιογράφος του Capa, Alex Kershaw στο βιβλίο του "Blood and Champagne: the Life and Times of Robert Capa" αναφέρει ότι, όταν ανέλαβε την αποστολή επιβιβάστηκε στο τοπικό τρένο κρατώντας στο ένα χέρι ένα μπουκάλι σαμπάνια και στο άλλο, τη γυναίκα κάποιου άλλου, και ταξίδεψε για τον τελευταίο του προορισμό. Ήταν το ύστατο ταξίδι ενός ανθρώπου που είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, μέσα στην ταχύτητα και τη συνεχή κίνηση.
«Δεν είναι εύκολο να βρίσκεσαι πάντοτε στο περιθώριο της μάχης και να μην μπορείς να προσφέρεις τίποτα, εκτός από το να καταγράφεις τη δυστυχία που βρίσκεται γύρω σου» είχε πει κάποτε ο Capa, όπως ότι «Θα ήμουν ευτυχισμένος αν ήμουν ένας άνεργος πολεμικός φωτογράφος και εύχομαι να μείνω άνεργος μέχρι το τέλος της ζωής μου»
Σιωπηλός Μάρτυρας

Γνωρίστηκαν το 1945 στο Παρίσι, στο ξενοδοχείο «Ritz». Η Bergman, 30 χρονών τότε, διάσημη σταρ του κινηματογράφου στο απόγειο της δόξας της, είχε σταματήσει στη γαλλική πρωτεύουσα στο πλαίσιο μιας περιοδείας για την ψυχαγωγία των συμμαχικών στρατευμάτων στην Ευρώπη. Ο Capa, 32 ετών, διάσημος φωτογράφος έχοντας τραβήξει μερικές από τις πιο γνωστές φωτογραφίες του Β' Παγκόσμιου πολέμου, ουγγρικής καταγωγής, βρισκόταν εκεί φωτογραφίζοντας την απελευθέρωση της Ευρώπης από τους ναζί. Έχοντας ακουστά ο ένας για τον άλλο, ήταν και οι δύο διάσημοι στον τομέα τους, γνωρίστηκαν στο σαλόνι του ξενοδοχείου. Εκείνος ο οποίος ήταν διάσημος γόης την κάλεσε σε δείπνο και στη συνέχεια σε ένα μακρύ περίπατο στις όχθες του Σηκουάνα. Τη φωτογράφισε κάτω από τα φώτα του δρόμου. Ο έρωτάς τους άρχισε εκείνη τη νύχτα.






